rosto-1-balkon3

Την δεκαετία του’50, τότε που ζούσαμε μακρυά από την Ελλάδα, στο Κάιρο τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά απ’ ότι είναι σήμερα.  

Ζούσαμε σε έναν τόπο που, ακόμα διατηρούσε πολλές από τις συνήθειες της Αγγλικής κυριαρχίας, η τεχνολογία δεν είχε προχωρήσει τόσο πολύ, οι οικογενειακοί δεσμοί ήταν, ιδιαίτερα ισχυροί και, η σχέση με την Εκκλησία πολύ δυνατή. Ο μπαμπάς μου, Γιάννης — αν δεν το έχουμε πει — για τους φίλους Papa από το Papadakis ή ψηλός από το ύψος του, ένας λεβέντης 1.94, με Χριστιανική παιδεία βρέθηκε από την Αλεξάνδρεια, όπου γεννήθηκε, στο Κάιρο όπου αθλήθηκε πολύ, δούλεψε ακόμα περισσότερο, παντρεύτηκε και απέκτησε δύο παιδιά, εμένα και τον Ίωνα. Τότε, λοιπόν, η ρουτίνα της εβδομάδας ήταν πολύ συγκεκριμένη.

Το πρωί ο μπαμπάς στη δουλειά η μαμά, νοικοκυρά, στο σπίτι. Από το μεσημέρι και μετά στο σύλλογο (club: το αγγλικό κατάλοιπο που λέγαμε), όλοι μαζί, πρώτα Tufekieh και μετά στο Sporting. O μπαμπάς αθλητής (του ΣΕΓΑΣ) έπαιζε volley και water-polo. Εγώ, στην πισίνα για κολύμπι και, με τα παιδιά ατέλειωτο παιχνίδι στις κούνιες, ή βόλτες με ποδήλατα και πατίνια, μέχρι το βράδυ που γυρίζαμε σπίτι.

Τα Σάββατα τη μέρα την περνούσαμε στον Ελληνικό Αθλητικό Όμιλο, που στεγαζόταν σε ένα μεγάλο καράβι αγκυροβολημένο σε μια προβλήτα του Νείλου, όπου, εμείς παίζαμε ασταμάτητα, η μαμά χαβαλέ με τις φίλες της και ο μπαμπάς προπόνηση. Κωπηλασία σε οκτάκοπο.  Θυμάμαι, που τον ξεχώριζα πάντα γιατί φορούσε, τυλιγμένο γύρω-γύρω στο κέφάλι και πάνω στο κούτελο ένα κάτασπρο μαντήλι για να του μαζεύει τον ιδρώτα.  Εκεί, τρώγαμε παραδοσιακό Ελληνικό φαγητό (μουσακά, παστίτσιο, λαχανοντολμάδες, φασολάκια λαδερά, φάβα και άλλα πολλά και νόστιμα. Συχνά τρώγαμε και καβούρι σαγανάκι).

Η Κυριακή ήταν, για μένα, η καλύτερη μέρα. Πρώτον γιατί όλο το πρωινό ο μπαμπάς μου και εγώ ήμασταν «ζευγάρι». Πηγαίναμε μαζί στην εκκλησία (δεν έλειπε κανένας από τους Έλληνες του Καΐρου από το εκκλησίασμα της Κυριακής), Δεσπότης ήταν ο υπέροχος κ. Ιλαρίων, φίλος του μπαμπά μου που μετά τη λειτουργία μας υποδεχόταν στο γραφείο του στη Μητρόπολη.  Το δεύτερο καλό της ημέρας ήταν που μας πρόσφερε λουκουμάκι και καφέ (στον μπαμπά) και,  ο δέσποτας άνοιγε ένα μαγικό συρτάρι για να μου χαρίσει τις μπομπονιέρες των γάμων της εβδομάδας (πράγμα που συνέχισε να κάνει και όταν ήρθε στην Ελλάδα, πρέπει να ήμουνα 11-12 ετών, για να ολοκληρώσει την σταδιοδρομία του και να συνταξιοδοτηθεί στην πατρίδα). Ακόμα  θυμάμαι τη χαρά που έκανα.

Το τρίτο και καλύτερο ήταν ότι γυρίζοντας στο σπίτι, έχοντας αγοράσει φρέσκο ψωμί, ο μπαμπάς και εγώ κάναμε πάρτι!  Ανοίγαμε την κατσαρόλα με το έτοιμο «rosto», βουτούσαμε μέσα το φρέσκο ψωμί και, σταματούσαμε λίγο πριν τελειώσει, η σάλτσα πού είχε έτοιμη η μαμά για τα μεσημεριανά μακαρόνια (εκείνα τα χοντρά με την τρύπα). Όσο και να προσπαθούσε η μαμά να μας συγκρατήσει, ήταν αδύνατο, μας μάλωνε, γιατί «λέει» θα μας κοβόταν η όρεξη… που τέτοια τύχη… δεν γλιτώναμε το μάλωμα και, φυσικά, αυτή η συνήθεια δεν σταμάτησε ποτέ.

rosto

Ίσως η πιό «τέλεια» σάλτσα για μακαρόνια που έχεις φάει.  Σκούρο χρώμα και γυαλιστερό, παχιά στην υφή της αλλά με μια γεύση που δεν την έχω ξαναβρεί ποτέ και πουθενά.  Μια γεύση που συνοδεύει με πολλή τρυφερότητα τα παιδικά μου χρόνια και που ήρθε η ώρα να τη μοιραστώ μαζί σου.  Τρώγεται σκέτη (με φρέσκο ψωμί, δικό μου αυτό!!!), είναι καταπληκτική με μακαρόνια (τότε προτιμούσα τα χοντρά με την τρύπα) αλλά ταιριάζει πολύ με μικρά ζυμαρικά όπως πέννες, ριγκατόνι, farfale… και, για να ολοκληρώσω τον κύκλο της αμαρτίας … δεν έχεις φάει πιό ωραία σάλτσα με πατάτες τηγανιτές ή σπιτικό πουρέ.

Θα χρειασθείς:

  • 1 ½ κ. μοσχάρι (κιλότο, ελιά, ουρά, ποντίκι, νουά ή ακόμα και στρογγυλό) αν έχεις καλό χασάπη θα σου πει πιο είναι το καλύτερο κομμάτι του για κοκκινιστό.
  • 1 σκελίδα σκόρδο, κομμένη στη μέση
  • 4 μέτρια (κόκκινα καλύτερα) κρεμμύδια, κομμένα στη μέση
  • 125 γρ. βιτάμ
  • 1 κιλό ώριμες ζουμερές κόκκινες τομάτες, κομμένες στη μέση ΚΑΛΥΤΕΡΑ, διαφορετικά θα βάλεις  μία μεγάλη κονσέρβα (400 γρ.) τοματάκια αποφλοιωμένα

Διαδικασία:

  1. Σε μέτρια προς δυνατή φωτιά, τσιγαρίζεις τα κρεμμύδια, το σκόρδο και το κρέας μέσα στο βιτάμ μέχρι να ροδίσει γύρω-γύρω και θα δημιουργήσει κρούστα.
    • Όταν θέλεις να τσιγαρίσεις (σοτάρεις) οτιδήποτε καις το τηγάνι καλά και μετά προσθέτεις το λάδι.  Με τον τρόπο αυτό διασπάται, σωστά,  το λάδι και το φαγητό γίνεται πολύ πιο ελαφρύ
  2. Όταν τσιγαρισθεί το κρέας ρίχνεις τις φρέσκες τομάτες και σκεπάζεις την κατσαρόλα μέχρι να χύσουν τα υγρά τους και, να κολλήσουν καλά (χωρίς να καούν), στον πάτο της κατσαρόλας.
    • Αν βάλεις κονσέρβα θα βάλεις μόνο τις τομάτες και θα κρατήσεις το ζουμί για το επόμενο στάδιο.
  3. Βγάζεις το κρέας από την κατσαρόλα, προσθέτεις ένα ποτήρι νερό και περιμένεις να πάρει βράση η σάλτσα σου και να ξεκολλήσουν οι τομάτες. Δεν ανακατεύεις καθόλου σε όλη αυτή τη φάση.  Αδειάζεις την σάλτσα στον μύλο (αυτόν που έχουμε για τον πουρέ) — εδώ θα προσθέσεις και το ζουμί που κράτησες, αν χρησιμοποίησες κονσέρβα.
  4. Περνάς λοιπόν τη σάλτσα από τον μύλο, για να φύγουν φλούδες και σπόροι και, ξαναρίχνεις την σάλτσα στην κατσαρόλα μαζί με το κρέας και, συμπληρώνεις με νερό, τόσο όσο να σκεπάσεις το κρέας.  Αλατοπιπερώνεις, δοκιμάζεις και χαμηλώνεις τη φωτιά μέχρι να ψηθεί το κρέας και να γίνει η σάλτσα σου.
Advertisements