Η γιαγιά μου η Εριέττα, κόρη αρχοντικής καταγωγής, θυγατέρα του άρχοντα Τομάζου από τον Κάμπο της Χίου έμεινε, πολύ μικρή, ορφανή όταν ο άρχοντας πατέρας της πήγε να επιθεωρήσει τα κτήματά του και έπεσε από το άλογό του χτυπώντας θανάσιμα στο κεφάλι. Η μαμά της η αρχόντισσα Θηρεσία εξ Αυστρίας, τα βρήκε δύσκολα … πολύ, ανάμεσα σε τόσους άνδρες.  Το πάλεψε, με τα τρία κορίτσια της (τη Δέσποινα, την Εριέττα και την Ευαγγελία) και αφού δεν τα κατάφερε ούτε με το κτήμα ούτε με τα κληρονομικά (και ξένη και γυναίκα στις αρχές του 1900) πήρε τα παιδιά της και το βιός της (όσο είχε) και πήγε να ζήσει με συγγενείς στην Αίγυπτο (έβραζε και το καζάνι της Ευρώπης τότε, δεν μπορούσε να γυρίσει στην Αυστρία οπότε η Αίγυπτος φάνηκε καλύτερη) με πολύ λιγότερα από όσα είχε μάθε με τον άρχοντα σύζυγο στη Χίο.  Τα κατάφερε όμως, μεγάλωσε και καλοπάντρεψε τα 2 από τα 3 της κορίτσια.  Η πιο μικρή η Ευαγγελία (η θεία Λαλά) δεν παντρεύτηκε ποτέ.  Η ιστορία λέει ότι αγάπησε πολύ έναν αξιωματικό του στρατού αλλά τα υπόλοιπα είναι λίγο σκοτεινά.  Ποτέ δεν μάθαμε αν την εγκατέλειψε ή σκοτώθηκε στο πεδίο μάχης.

Στην Αλεξάνδρεια μεγάλωσε η γιαγιά μου, πήγε σχολείο και, νέα πολύ,  γνώρισε τον Σπύρο τον Παπαδάκη (ένα λεβέντη παππού Κρητικής καταγωγής, που δεν γνώρισα ποτέ) ερωτεύτηκαν τρελά και  παντρεύτηκαν.  Απέκτησαν 4 παιδιά, τον Μίμη, τον Γιάννη (μπαμπάς μου) τον Χάρη και την Τερέζα.

Ο παππούς, διακεκριμένος βαμβακέμπορος, ξαφνικά στα 42 του (μεσήλιξ για την εποχή) αρρωσταίνει βαριά, τον πάνε στο νοσοκομείο και, νομίζοντας ότι είχε φυματίωση, του έβαζαν σακούλες πάγο πάνω στους πνεύμονες ενώ, ο καημένος, είχε πνευμονία.  Όπως καταλαβαίνεις τον έστειλαν αδιάβαστο, και η γιαγιά, με 1 παιδί στο Πανεπιστήμιο, 2 στο Γυμνάσιο και ένα στο Δημοτικό, σε μία νύχτα, από ξανθιά έγινε ασπρομάλλα.  Άσπρισε όλο το κεφάλι της από την αγωνία και τη θλίψη και παρέμειναν κάτασπρα, τα μαλλιά, από εκείνη τη νύχτα.

Δύσκολη ζωή, δύσκολες οι συνθήκες διαβίωσης, τα παιδιά μπήκαν από νωρίς στη δουλειά (απογευματινή, νυκτερινή για να βοηθήσουν) και η γιαγιά, όπου και όσο μπορούσε, έκανε οικονομίες. Μετρημένα τα πάντα, οι σπατάλες απαγορευμένες, όμως, τα έθιμα τα κρατούσε όλα και με θρησκευτική ευλάβεια.

Εμείς, ζούσαμε στο Κάιρο (ο μπαμπάς αφού τέλειωσε το σχολείο και την Ανώτατη Εμπορική Σχολή βρήκε δουλειά στην πρωτεύουσα, έφυγε από τη μητρική εστία, γνώρισε τη μαμά κτλ. κτλ. κτλ).

Κάθε Χριστούγεννα, η μεγάλη μου λαχτάρα ήταν, να ανοίξω το κουτί με τα γλυκά που έστελνε η γιαγιά από την Αλεξάνδρεια.  Κουραμπιέδες, μελομακάρονα, δίπλες και τα δωράκια μας, καλά στοιβαγμένα, σε ένα κουτί γεμάτο μυρωδιές και αρώματα.  Οι κουραμπιέδες χωρίς αμύγδαλο. Βλέπεις, εκείνη την εποχή, που χήρεψε, μετρούσε και το γρόσι, τα αμύγδαλα ήταν πανάκριβα, πόσα να αγοράσεις για να ταΐσεις τόσους νοματαίους.  Αποφάσισε λοιπόν να κάνει μια παραλλαγή στη συνταγή, καθόλου αμύγδαλα στους κουραμπιέδες και, για να νοιώσει ότι δεν παρέβαινε, εντελώς, το έθιμο, έβαζε μπόλικα καρύδια στα μελομακάρονα.

Αυτά έχω μάθει να τρώω τόσα χρόνια, αυτά φτιάχνω κάθε Χριστούγεννα  — που, με μεγάλη χαρά μοιράζω στους δικούς μου ανθρώπους, —  για να μοσχομυρίζει το σπίτι, για να φέρω, ξανά αυτή την αγαπημένη γιαγιά κοντά μου και, αυτή τη συνταγή θα σου δώσω σήμερα. Εσύ, αν θες, βάλε αμύγδαλα, δικό σου θέμα, αλλά άφησε ένα-δύο χωρίς, έτσι για να τιμήσεις τη γιαγιά μου αλλά, και, για να δοκιμάσεις. Θα δεις, θα σου αρέσουν.

Θα χρειασθείς (για 80 περίπου τεμάχια ανάλογα με το σχήμα και το μέγεθος:

  • 500 γρ. βούτυρο γάλακτος
  • 1 κ. αλεύρι Αλλατίνη
  • 200 γρ. ζάχαρη άχνη (και παραπάνω, όση χρειασθεί για το πασπάλισμα)
  • 1 κρόκο αβγού
  • 1 ποτηράκι του κρασιού cognac
  • 1 μπουκάλι ανθόνερο (τη συσκευασία με το spray)
  • Γαρύφαλλο (προαιρετικά)

 

Διαδικασία:

Χτυπάς το βούτυρο στο mixer μέχρι να γίνει αφρός, ρίχνεις τα υλικά ένα-ένα πρώτα το cognac, μετά το αβγό, κουταλιά-κουταλιά τη ζάχαρη και τελευταίο το αλεύρι.  Αν έχεις γάντζο στο mixer σου μπορείς να συνεχίσεις το ζύμωμα με αυτό για τουλάχιστον 5 λεπτά.

Η ζύμη σου θα πρέπει να είναι αφράτη και μαλακή σαν πλαστελίνη. Αν είναι σκληρή πολύ πρόσθεσε στάλα-στάλα, λίγο νερό.

Προθερμαίνεις το φούρνο στους 180°C, στρώνεις τα ταψιά του φούρνου σου με αντικολλητικό χαρτί (αν προτιμάς αλευροβουτυρώνεις ΚΑΛΑ, γιατί θα πρέπει να βγάλεις του κουραμπιέδες όσο είναι ζεστοί και να τους βάλεις πάνω σε μια σχάρα για να κρυώσουν και θα σου σπάσουν αν δεν ξεκολλάνε αμέσως!

Πλάθεις τους κουραμπιέδες σου σε ότι σχήμα θέλεις, αν σου αρέσει καρφώνεις, σε κάθε κουραμπιέ από ένα γαρύφαλλο και, βάζεις στο φούρνο, για για 30 – 35 λεπτά (μέχρι να αρχίσουν να ροδίζουν). Αφού τους βγάλεις από το φούρνο, τους μεταφέρεις με προσοχή πάνω σε μια σχάρα ή σε μια κρύα επιφάνεια δίπλα-δίπλα όχι τον ένα πάνω στον άλλον και, μόλις κρυώσουν λίγο, (2-3 λεπτά) ραντίζεις καλά με το ανθόνερο.

Αφού κρυώσουν καλά μεταφέρεις τους κουραμπιέδες σε μια πιατέλα και πασπαλίζεις ΚΑΘΕ ΣΕΙΡΑ με μπόλικη ζάχαρη άχνη.